Bible Lexicons

Old & New Testament Greek Lexical Dictionary

Strong's #2641 - καταλείπω

Transliteration
kataleípō
Phonetics
kat-al-i'-po  
Origin
from (2596) and (3007)
Parts of Speech
Verb
TDNT
4:194,523
Definition
Thayer's
  1. to leave behind
    1. to depart from, leave
      1. to be left
    2. to bid (one) to remain
    3. to forsake, leave to one's self a person or thing by ceasing to care for it, to abandon, leave in the lurch
      1. to be abandoned, forsaken
    4. to cause to be left over, to reserve, to leave remaining
    5. like our "leave behind", it is used of one who on being called away cannot take another with him
      1. especially of the dying (to leave behind)
    6. like our "leave", leave alone, disregard
      1. of those who sail past a place without stopping
Hebrew Equivalent Words:
Strong #: 309 ‑ אָחַר (aw‑khar');  1961 ‑ הָיָה (haw‑yaw');  2186 ‑ זָנַח (zaw‑nakh');  3322 ‑ יָצַג (yaw‑tsag');  3498 ‑ יָתַר (yaw‑thar');  3943 ‑ לָפַת (law‑fath');  4098 ‑ מְדֻשָׁה (med‑oosh‑shaw');  4672 ‑ מָצָא (maw‑tsaw');  5117 ‑ נוּחַ (noo'‑akh);  5352 ‑ נָקָה (naw‑kaw');  5800 ‑ עָזַב (aw‑zab');  6413 ‑ פְּלֵטָה (pel‑ay‑taw', pel‑ay‑taw');  6485 ‑ פָּקַד (paw‑kad');  7582 ‑ שָׁאָה (shaw‑aw');  7604 ‑ שָׁאַר (shaw‑ar');  7760 ‑ שִׂים (soom, seem);  7911 ‑ שָׁכֵחַ (shaw‑kakh', shaw‑kay'‑akh);  8300 ‑ שָׂרִיד (saw‑reed');  
Frequency Lists  
  1. Book
  2. Word
  3. Parsing
KJV (29)
Matthew
4
Mark
4
Luke
5
John
1
Acts
7
Romans
1
Ephesians
2
1 Thessalonians
1
Titus
1
Hebrews
2
2 Peter
1
NAS (29)
Matthew
4
Mark
7
Luke
5
John
1
Acts
5
Romans
1
Ephesians
1
1 Thessalonians
2
Hebrews
2
2 Peter
1
HCS (24)
Matthew
4
Mark
4
Luke
4
John
1
Acts
5
Romans
1
Ephesians
1
1 Thessalonians
1
Hebrews
2
2 Peter
1
BSB (24)
Matthew
4
Mark
4
Luke
4
John
1
Acts
5
Romans
1
Ephesians
1
1 Thessalonians
1
Hebrews
2
2 Peter
1
ESV (23)
Matthew
4
Mark
2
Luke
3
John
1
Acts
6
Romans
1
Ephesians
1
1 Thessalonians
1
Titus
1
Hebrews
2
2 Peter
1
WEB (32)
Matthew
5
Mark
5
Luke
5
John
1
Acts
9
Romans
1
Ephesians
1
1 Thessalonians
1
Titus
1
Hebrews
2
2 Peter
1
Verse Results
Liddell-Scott-Jones Definitions

καταλείπω,

later καταλιμπάνω (q.v.), also καλλείπω Il. 10.238: fut. καλλείψω 14.89: aor. κάλλῐπον 12.92: aor. 1 subj. καλλείψῃς Q.S. 10.299; part. καλλείψας Nonn. D. 32.130; καταλείψας Luc. DMeretr. 7.3; Ion. iterat. καταλίπεσκε (κατελίπεσκε, καταλειπέεσκε codd.) Hdt. 4.78: pf. -λέλοιπα Ar. Lys. 736:

Med., fut. καταλείψομαι (in pass. sense) X. An. 5.6.12: aor. 2 -ελιπόμην Hdt. 3.34, Pl. Smp. 209d (in pass. sense, Berl.Sitzb. 1927.161 (Cyrene)):

Pass., fut. καταλειφθήσομαι Isoc. 15.7, 17.1:

I

1. leave behind, πὰρ δ' ἄρ' ὄχεσφιν ἄλλον.. κάλλιπεν Il. 12.92; esp. of persons dying or going into a far country, κὰδ δέ με Χήρην λείπεις ἐν μεγάροισι 24.725; οὖρον.. κατέλειπον ἐπὶ κτεάτεσσιν Od. 15.89; οἷόν μιν Τροίηυδε κιὼν κατέλειπεν Ὀδυσσεύς 17.314; so later, τὴν στρατιὴν καταλίπεσκε ἐν τῷ προαστίῳ Hdt. 4.78; φύλακον κ. τινά Id. 1.113, cf. 2.103: Med., καταλείπεσθαι παῖδας leave behind one, Pl. Smp. l.c., cf. Hdt. 3.34, etc.:

Pass., to be left, remain behind, κατελέλειπτο ἐν Πέρσῃσι Hdt. 1.209, cf. 7.170, X. An. 5.6.12: c. gen., [ στρατὸς ] καταλελειμμένος τοῦ ἄλλου στρατοῦ a force left behind the rest, Hdt. 9.96.

2. bequeath, [ τόξον ] παιδὶ κάλλιπ' ἀποθνῄσκων Od. 21.33: metaph., ἐμοὶ δ' ὀδύνας τε γόους τε κάλλιπεν 1.243, cf. 11.279; δόκησιν ἰσχύος καὶ ξυνέσεως ἐς τὸ ἔπειτα Th. 4.18; τοῖς θρέψασι λύπας Lys. 2.70; παισὶν αἰδῶ οὐ Χρυσὸν κ. Pl. Lg. 729b: c. inf., εἰ καταλείψει μηδὲ ταφῆναι not enough to be buried with, Ar. Pl. 556: Pass., [ Χρήματα ] καταλειφθέντα Isa 1.45. κ. διαθήκας leave a will (when going on service), Id. 9.14.

3. Med., leave in a certain state, κόλπον βαθὺν καταλιπόμενος τοῦ κιθῶνος Hdt. 6.125.

II

1. forsake, abandon, οὕτω δὴ μέμονας Τρώων πόλιν.. καλλείψειν; Il. 14.89, cf. 22.383; πολλοὺς καταλείψομεν we shall leave many upon the field, 12.226; ὤ μοι, εἰ μέν κε λίπω κάτα τεύχεα 17.91; κὰδ δέ κεν εὐχωλὴν Πριάμῳ καὶ Τρωσὶ λίποιεν Ἀργείην Ἑλένην 2.160: c. inf., κάλλιπεν οἰωνοῖσιν ἕλωρ καὶ κύρμα γενέσθαι Od. 3.271; σχεδίην ἀνέμοισι φέρεσθαι κ. 5.344; μέλη.. θηρσὶν βοράν E. Supp. 46 (lyr.); μή ποτ' ἐμὸν κατ' αἰῶνα λίποι θεῶν πανάγυρις A. Th. 219; μή με καταλίπῃς μόνον S. Ph. 809; οἰκίας τε καὶ ἱερά Th. 2.16; πατέρας καὶ ξυγγενεῖς ἀτίμους κ. Id. 3.58; κ. τὴν δίαιταν not to appear at the trial, Test. ap. D. 21.93.

2. let drop, give up, τὰ αὑτῶν ἔργα X. Cyn. 3.10, cf. 10.15; εἰ ἐνταῦθα -λίποιμι τὸν λόγον Isoc. 9.33.

III

1. leave remaining, ὀκτὼ μόνον X. An. 6.3.5 codd.; κ. ἄφοδον leave an exit, ib. 4.2.11: Med., κ. στενὴν διέξοδον Pl. Ti. 73e; -λείπεσθαι ἑαυτῷ reserve for oneself, X. Mem. 1.1.8; ὑπερβολὴν οὐ κ. Χαρᾶς Plb. 16.23.4, cf. 16.25.6: Pass., to be left, remain, τίς ἔτι ἡδονὴ -λείπεται; Lys. 2.71, cf. Hebrews 4:1, etc.; of the remainder in calculations, PPetr. 3p.326, al. (iii B.C.), Nicom. Ar. 1.13.13, etc.: impers. καταλείπεται c. inf., it remains that.., τὸν κόσμον κ. ἀθάνατον εἶμεν Aristaeusap. Stob. 1.20.6, cf. D.Chr. 37.16, etc.; -λείπεται μάχη yet remains to be fought, X. Cyr. 2.3.11.

2. leave alone, opp. περιαιρέω, Id. Mem. 3.2.4, cf. Arist. Pol. 1342a34. leave undisputed, τὰς παραλλαγάς Phld. Sign. 24: hence, admit, allow the truth of a doctrine, Id. Po. 5.34, Demetr.Lac. Herc. 1055.13: Pass., Phld. Piet. 80. omit, c. inf., Alex.Aphr. in SE 118.10.

Abbott-Smith Manual Greek Lexicon of the New Testament

κατα -λείπω ,

[in LXX chiefly far H7604, ni., hi., also for H5800, H3498, etc.;]

1, to leave behind, leave: c. acc pers. (rei), Matthew 4:13, Mark 12:19; Mark 12:21, Luke 20:31, Acts 24:27; Acts 25:14, Hebrews 11:27; of sailing by a place, Acts 21:3; ptcp., καταλιπών , redundant (Dalman, Words, 21 f.), Matthew 16:4; Matthew 21:17; pass., John 8:9, 1 Thessalonians 3:1; metaph., εὐθεῖαν ὁδόν , 2 Peter 2:15.

2. to forsake, abandon: Matthew 19:5, Mark 10:7 (LXX) Mark 14:52, Luke 5:28; Luke 15:4, Acts 6:2, Ephesians 5:31 (LXX).

3. to leave remaining, reserve: c. acc et inf., Luke 10:40; ἐμαυτῷ , Romans 11:4 (LXX); pass., Hebrews 4:1 (cf. ἐν -κατα -λείπω ).†


Abbott-Smith Manual Greek Lexicon of the New Testament.
Copyright © 1922 by G. Abbott-Smith, D.D., D.C.L.. T & T Clarke, London.
Vocabulary of the Greek NT

For the 1st aor. formation κατέλειψα, as in Acts 6:2, cf. P Giss I. 69.6 (A.D. 1 18–9) αὐτὸν παρὰ σοὶ κατέλειψα, P Ryl II. 153.18 (A.D. 138–61) ̣ν ̣ κατέλειψα ἐν Ζμύρνῃ τῆς Ἀσίας παρὰ τροφῷ θηλάζοντα, and the exx. in Deissmann BS p. 190. The verb is very common of property ";left"; or bequeathed, as in P Eleph 2.8 (B.C. 285–4) ἐὰν δέ τι πάσχηι Διονύσιος, καταλείπειν τὰ ὑπάρχοντα αὑτοῦ πάντα Καλλίσται, P Magd 13.4 (B.C. 217) ἐπιζητοῦντές τινα μέρη τῶν καταλειφθέντων ὑπαρχόντων ὑπὸ Φιλίππου, P Tebt II. 380.22 (A.D. 67) καταλιφθησωμένων ὑπαρχόντων ἁπάντων, ib. 327.14 (late ii/A.D.τετελευτηκότος α ̣̓π ̣[όρου ] μηδὲ ἒ ̣ν ̣ κ ̣α ̣ταλείπ ̣[οντο ]̓, ";he died without means, leaving nothing at all"; (Edd. ), ib. 406.8 (c. A.D. 266) λόγος ὧν κατάλειψεν (l. κατέλ —) Παῦλος γενόμ [ε ]νός μου ἀ [ν ]ήρ, ";account of effects left by Paulus, my late husband"; (Edd.). With the usage in Mark 10:7 we may compare P Oxy III. 526.4 (ii/A.D.) οὐκ ἤμην ἀπαθὴς ἀλόγως σε καταλείπιν, ";to leave you in the lurch without reason"; : see also P Lond 897.8.f (A.D. 84) (= III. p. 207) ἥδιστα πάντας καταλείψωι εἵνα μὴ τὴν πρός σε φιλείαν καταλείψωι, and P Oxy I. 120 verso.6 (iv/A.D.) ἀλ᾽ (l. ἀλλ᾽ ὅρα μὴ καταλίψῃς μαι θλιβόμενον, ";whatever you do, do not fail me in my trouble"; (Edd.). Similarly for Hebrews 4:1 we may cite P Lond 1171.43 (B.C. 8) (= III. p. 179), accounts with reference to ἄρακος as fodder for flocks—

γίνονται ἀρ (άκου) ο ̄ σκ

καταλείπονται ἀρ (άκου) ο ̄ υλγ

For καταλιμπάνω (cf. Genesis 39:16) see P Petr I. 149 (a will— B.C. 237) καταλιμπάνω τὰ ὑπ [άρχοντα κτλ., ib. 15.17 (B.C. 237), and P Grenf I, 1.8 (ii/B.C.) ὀδύνη μ᾽ ἔχει ὅταν ἀναμνησθῶ ὥς με κατεφίλει ἐπιβούλως μέλλων με καταλιμπάν [ει ]ν.

 

The Vocabulary of the Greek New Testament.
Copyright © 1914, 1929, 1930 by James Hope Moulton and George Milligan. Hodder and Stoughton, London.
Derivative Copyright © 2015 by Allan Loder.
List of Word Forms
καταλειπει καταλείπει καταλείπετε καταλειπόμενα καταλειπομενης καταλειπομένης καταλειπομένων καταλειποντες καταλείποντες καταλείπουσι καταλείπωσιν καταλειφθεις καταλειφθείς καταλειφθείσαι καταλειφθείσαν καταλειφθείσιν καταλειφθέν καταλειφθέντα καταλειφθέντας καταλειφθέντες καταλειφθέντι καταλειφθέντος καταλειφθέντων καταλειφθή καταλειφθηναι καταλειφθήναι καταλειφθῆναι καταλειφθήσεσθε καταλειφθήσεται καταλειφθήση καταλειφθήσονται καταλειφθήτε καταλειφθώσι καταλειφθώσί καταλειφθώσιν καταλειψαντας καταλείψαντας καταλείψαντος καταλειψει καταλείψει καταλείψεις καταλείψετε καταλείψης κατάλειψιν καταλείψουσι καταλείψουσί καταλείψουσιν καταλείψω καταλελειμένας καταλελειμμένα καταλελειμμένη καταλελειμμένην καταλελειμμένοι καταλελειμμένοις καταλελειμμένον καταλελειμμένος καταλελειμμένους καταλελειμμένων καταλέλειπται καταλελιμμενος καταλελιμμένος καταλελοίπατε καταλελοιπότες καταλήψη κατάληψιν καταλιπείν καταλιπέτω καταλιπη καταλίπη καταλίπῃ καταλίπητε καταλιπόμενος καταλιπόντας καταλιποντες καταλιπόντες καταλιπων καταλιπών καταλιπὼν κατελειπεν κατέλειπεν κατελειφθη κατελείφθη κατελείφθημεν κατελείφθην κατελείφθησαν κατελήφθη κατελιπε κατέλιπε κατέλιπέ κατέλιπεν κατελίπες κατέλιπες κατελίπομεν κατελιπον κατέλιπον κατέλιπόν κατήλεσας κατήλεσεν ου kataleipei kataleípei kataleiphthenai kataleiphthênai kataleiphthēnai kataleiphthē̂nai kataleipomenes kataleipomenēs kataleipoménes kataleipoménēs kataleipontes kataleípontes kataleipsantas kataleípsantas kataleipsei kataleípsei kataleleimmenos kataleleimménos katalipe katalipē katalípei katalípēi katalipon katalipōn katalipṑn katalipontes katalipóntes kateleiphthe kateleiphthē kateleíphthe kateleíphthē katelipe katélipe katelipen katélipen katelipon katélipon
Old / New Testament Greek Lexical Dictionary developed by Jeff Garrison for StudyLight.org. Copyright 1999-2020. All Rights Reserved, Jeff Garrison, Gdansk, Poland.
Search for…
 or 
Choose a letter to browse: